Προσοχή μην σας εφησυχάσει το αρνητικό τεστ, λένε οι ειδικοί.

Το αρνητικό τεστ δεν «πρέπει να μας παρασύρει» αφού στην ουσία δείχνει μόνο το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης στιγμής.

Ένας εργαζόμενος ή ένας μαθητής που επιστρέφει στην εργασία ή στο σχολείο του με αρνητικό πιστοποιητικό, μπορεί να είναι ήδη «θετικός» στον κορωνοϊό αλλά το ιικό φορτίο στον οργανισμό του τη στιγμή του τεστ, να μην ήταν αρκετό για να ανιχνευθεί, ή μπορεί να μολυνθεί από τον ιό τις αμέσως επόμενες ημέρες ή και ώρες, και μέχρι να παρουσιάσει (εάν παρουσιάσει) συμπτώματα, υπάρχει το ενδεχόμενο να μολύνει με τη σειρά του άλλους ανθρώπους.

Τα δεκάδες χιλιάδες τεστ ταχείας διάγνωσης που διενεργούνται στην Κύπρο τις τελευταίες εβδομάδες αλλά και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των τεστ για κάποιες ομάδες του πληθυσμού, έχουν προκαλέσει πολλές και διαφορετικές αντιδράσεις και πολλά και διαφορετικά ερωτήματα: 

Είναι ένα καλό εργαλείο στα χέρια των αρχών;

Ναι.

Βοηθά στον εντοπισμό θετικών περιστατικών, στην έγκαιρη και σωστή ιχνηλάτηση, αλλά και στην απομόνωση των ατόμων που έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό.

Η όλη διαδικασία, κρύβει παγίδες;

Η απάντηση είναι και πάλι «ναι».

Το αρνητικό αποτέλεσμα, επί της ουσίας, δεν πρέπει να δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας, αφού από μόνο του δεν είναι αρκετό για να προστατεύσει, ούτε το ίδιο το άτομο, αλλά ούτε και τους γύρω του.

Από μόνος του ο έλεγχος μπορεί να οδηγήσει στον έλεγχο της πανδημίας;

Όχι.

«Ο εργαστηριακός έλεγχος (τεστ) ανίχνευσης του κορωνοϊού SARS-CoV-2 βοηθά στη διάγνωση της νόσου COVID-19 και κατ’ επέκταση στη διαχείρισή της από τον κλινικό ιατρό, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα και σημαντικό εργαλείο στην προσπάθεια των αρχών δημόσιας υγείας να αντιμετωπίσουν το νέο παθογόνο σε επίπεδο πληθυσμού», ανέφερε μιλώντας στον «Φ» ο επίκουρος καθηγητής επιδημιολογίας και δημόσιας υγείας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Γιώργος Νικολόπουλος.

Ο έλεγχος αυτός όμως, πρόσθεσε, δεν είναι αρκετός από μόνος του, αφού «για να συνδράμει στον περιορισμό της μετάδοσης, πρέπει να συνοδεύεται από την καλή ιχνηλάτηση των θετικών περιστατικών που ανευρίσκονται, αλλά και από την έγκαιρη και αποτελεσματική απομόνωση, τόσο αυτών, όσο και των επαφών τους (test-trace-isolate)».

Ο SARS-CoV-2, «μπορεί να μολύνει ανθρώπους χωρίς την εμφάνιση συμπτωμάτων, σε ποσοστό περίπου 30% -50% εξ’ αυτών».

Κατά συνέπεια, «οι αλυσίδες μετάδοσης του ιού μέσα στον πληθυσμό δεν μπορούν να εντοπιστούν μόνο με βάση τα συμπτώματα των ανθρώπων που μολύνονται», είπε ο κ. Νικολόπουλος, προχωρώντας σε επεξήγηση όλων των δεδομένων:

«Την τελευταία περίοδο, ο εβδομαδιαίος εργαστηριακός έλεγχος αξιοποιείται στο πλαίσιο των προσπαθειών περιορισμού της μετάδοσης του κορωνοϊού στους χώρους δουλειάς.

Ποσοστό των εργαζομένων καλείται να εξετάζεται περιοδικά με σκοπό τον αποκλεισμό, στο μέτρο του δυνατού, των ανθρώπων που μπορεί να μεταδώσουν σε συναδέλφους τους μέσα στους εργασιακούς χώρους».

Ωστόσο, το εν λόγω μέτρο, «παρότι χρήσιμο και αποτελεσματικό, δεν μηδενίζει τον κίνδυνο».

Αυτό συμβαίνει, μεταξύ άλλων, επειδή:

Η ευαισθησία των τεστ ταχείας ανίχνευσης του αντιγόνου του ιού (rapid tests), δηλαδή η ικανότητά τους να βρουν σωστά τα άτομα που έχουν μολυνθεί, είναι πολύ καλή αλλά δεν είναι 100%.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι κάποιοι, λίγοι εργαζόμενοι θα λάβουν ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα και θα επιστρέψουν στην εργασία τους όντας θετικοί και πιθανώς μεταδοτικοί.

Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς να υπάρχει λάθος στην εργαστηριακή διαδικασία, γιατί απλά μπορεί στα άτομα αυτά, παρότι έχουν ήδη μολυνθεί πριν από τη διενέργεια του τεστ (δηλαδή ο ιός έχει εισέλθει στον οργανισμό τους και πολλαπλασιάζεται), οι συγκεντρώσεις του ιού να είναι ακόμα χαμηλές, κάτω από το όριο ανίχνευσης του τεστ.

Επίσης, καθώς μεσολαβεί διάστημα 7 ημερών μεταξύ των εργαστηριακών εξετάσεων, ενδέχεται άτομο που όντως δεν είχε μολυνθεί από τον κορωνοϊό τη στιγμή της πρώτης εξέτασης, να εκτεθεί και να μολυνθεί λίγο αργότερα, την ίδια ή την επόμενη ημέρα του τεστ και, καθώς ο χρόνος μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων μπορεί να είναι κάποιες φορές μικρός, μέχρι και μόλις 2 ημέρες, το άτομο τελικά να εργάζεται κανονικά, πιθανώς μεταδοτικό, πριν από την επόμενη προγραμματισμένη εξέταση.

Με αυτά τα δεδομένα, τόνισε ο κ. Νικολόπουλος, «γίνεται κατανοητό ότι, ο περιοδικός εργαστηριακός έλεγχος αποτελεί μεν πολύτιμο εργαλείο της επιδημιολογίας, επιτρέποντας τον ακριβή προσδιορισμό του φορτίου νοσηρότητας στην κοινότητα, αλλά και της δημόσιας υγείας, ωστόσο, η πιθανότητα μόλυνσης ενός ατόμου από τον κορωνοϊό και μετάδοσής του σε άλλα άτομα, εξακολουθεί να υπάρχει».

Για τον σκοπό αυτό, «καλό είναι να θυμόμαστε την προστασία που προσφέρουν πολύ απλά μέτρα που είναι στο χέρι μας:

Διατήρηση αποστάσεων από τους γύρω μας, σωστή χρήση μάσκας και αποφυγή, όπου είναι εφικτό, κλειστών χώρων με συγχρωτισμό και έλλειψη καλού εξαερισμού».