Ποινή φυλάκισης.

Ποινή φυλάκισης επτά ετών επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, στην 51χρονη Ελληνοκύπρια, πρώην υπάλληλο ΣΠΕ, σε σχέση με κλοπή μαμούθ από λογαριασμούς της ΣΠΕ Καϊμακλίου.

Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης που καταγράφονται στην απόφαση, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 2008-2016.

Κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, η κατηγορούμενη εργαζόταν ως υπάλληλος στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καιμακλίου, η οποία μετονομάστηκε το 2014, σε ΣΠΕ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η 51χρονη χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο κωδικό χρήστη.

Η εγκληματική της δραστηριότητα αποκαλύφθηκε το 2017 όταν υποβλήθηκε στην τράπεζα, από συγκεκριμένη πελάτισσα, παράπονο σε σχέση με την κίνηση των λογαριασμών που διατηρούσε και ειδικότερα, ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε συναλλαγές οι οποίες δεν είχαν διενεργηθεί από την ίδια ή από οποιονδήποτε άλλο δικαιούχο του λογαριασμού.

Στον προκαταρτικό έλεγχο που έγινε εντοπίστηκαν πλαστά έγγραφα τα οποία αφορούσαν πράξεις στο συγκεκριμένο λογαριασμό, οι οποίες δεν είχαν διενεργηθεί από την δικαιούχο του λογαριασμού και ξεκίνησε εσωτερική έρευνα.

Στις 20/10/17 η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι είχε διεκπαιρεώσει σωρεία συναλλαγών σε τραπεζικούς λογαριασμούς διαφόρων πελατών, χωρίς τις οδηγίες ή την έγκριση τους, καταρτίζοντας πλαστά έγγραφα και προβαίνοντας σε σχετικές εγγραφές στο μηχανογραφημένο σύστημα της Τράπεζας.

Διενεργήθηκε περαιτέρω έρευνα από τη μονάδα εσωτερικής επιθεώρησης της τράπεζας και διαπιστώθηκε ότι η 51χρονη, μεταξύ των ετών 2008 με 2016, προέβαινε σε μη εξουσιοδοτημένες πράξεις ή/και συναλλαγές σε λογαριασμούς αριθμού πελατών της τράπεζας, καταρτίζοντας και θέτοντας σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα.

Αποτέλεσμα των 4 πράξεων της ήταν να κλέψει το συνολικό ποσό των €675.041, περιουσία της Τράπεζας.

Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, η κατηγορούμενη κατάστρωσε ένα μεθοδευμένο σχέδιο, προβαίνοντας σε αναλήψεις από λογαριασμούς πελατών της Τράπεζας, εν αγνοία των δικαιούχων, καταρτίζοντας πλαστά έγγραφα και αποδείξεις, τα οποία καταχωρούσε στο μηχανογραφημένο σύστημα της τράπεζας.

Στο ίδιο πλαίσιο, κατάρτισε εικονικά γραμμάτια προθεσμίας, επ’ ονόματι πελατών ή και δικαιούχων στους λογαριασμούς τους.

Στη συνέχεια, έκλεβε τα ποσά των γραμματίων, προβαίνοντας σε αναλήψεις μετρητών.

Κατάρτιζε τα γραμμάτια με τη χρήση του αρχικού κωδικού, προβαίνοντας στις απαιτούμενες καταχωρήσεις στο μηχανογραφημένο σύστημα της τράπεζας, πιστώνοντας ή ανάλογα χρεώνοντας τους συγκεκριμένους λογαριασμούς στους οποίους επενέβαινε.

Το 2015, με τη συγχώνευση της τράπεζας, είχε αλλάξει τον παράνομο τρόπο δράσης της, μεταφέροντας ποσά από τους λογαριασμούς ανυποψίαστων πελατών της τράπεζας στο λογαριασμό της μητέρας της και στη συνέχεια, με τη χρήση ειδικού πληρεξουσίου που είχε εξασφαλίσει από τη μητέρα της, προέβαινε σε αναλήψεις από το λογαριασμό σε μετρητά, τα οποία οικειοποιείτο.

Η 51χρονη αντιμετώπιζε 257 κατηγορίες, τις οποίες παραδέχθηκε.

Από την εγκληματική δραστηριότητά της η κατηγορούμενη συναποκόμισε το συνολικό ποσό των €675.041.

Οι μετριαστικοί παράγοντες Ο συνήγορος υπεράσπισης της 51χρονης, Ηλίας Στεφάνου, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος της κατηγορούμενης στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής.

Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Στεφάνου, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι η αιτία των άνομων πράξεών της ήταν η κακή διαχείριση της επιχείρησης που είχε συσταθεί από το σύζυγό της, αλλά ήταν εγγεγραμμένη επ ονόματί της, η οποία είχε οδηγήσει στη συσσώρευση χρεών και η προσπάθειά της να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των υπέρογκων χρεών που είχε δημιουργήσει ο πρώην σύζυγός της.

Επίσης, υπέδειξε στο Δικαστήριο την άμεση παραδοχή της, η οποία δηλώθηκε πριν καν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης αφού παραδέχθηκε αμέσως τις πράξεις της, μετά την υποβολή του παραπόνου, στη Μονάδα Εσωτερικής Επιθεώρησης της Τράπεζας, όπως επίσης και την συνεργασία της με τους ανακριτές, στους οποίους εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο δρούσε για να αποσπάσει τα συγκεκριμένα ποσά, αντικείμενο των κατηγοριών που έχει παραδεχθεί.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου, διασώζοντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο αλλά και καταδεικνύοντας έμπρακτα τη μεταμέλειά της, καθώς και στην προσπάθειά της για μερική, έστω, αποζημίωση, καταθέτοντας το ποσό του ταμείου προνοίας της που είχε λάβει, ύψους €30.000, το οποίο όμως χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή άλλων οφειλών.

Επιπρόσθετα, υπέδειξε την προσπάθειά της να πείσει τον πρώην σύζυγό της να πωλήσει μηχανήματα της εταιρείας για να επιστρέψει τουλάχιστον μέρος του κλαπέντος ποσού.

Η απόφαση του Κακουργιοδικείου.

«Θεωρούμε την κρινόμενη υπόθεση ιδιαιτέρως σοβαρή αφού η κατηγορούμενη για 8 ολόκληρα χρόνια, με πλαστά τραπεζικά έγγραφα, τα οποία κατάρτιζε, αποσπούσε χρήματα από λογαριασμούς ανυποψίαστων πελατών της Τράπεζας, χωρίς την εξουσιοδότησή τους, αποσπώντας με αυτό τον τρόπο το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €675.041.

Προκύπτει από τα γεγονότα, ότι η Κατηγορούμενη δρούσε μεθοδευμένα και κατ' εξακολούθηση, καταστρώνοντας ένα σχέδιο εξαπάτησης των πελατών της Τράπεζας καθώς και των εργοδοτών της, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό την υπεξαίρεση του αναφερθέντος ποσού.

Στο σύγγραμμα των Πική και Λοΐζου «Sentencing in Cyprus», στη σελ. 139 τονίζεται ότι αναμένεται υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης από υπαλλήλους στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αντικατοπτρίζουν την ανάγκη διασφάλισης αυτής της εμπιστοσύνης, τονίζοντας τη σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και των επιπτώσεων τους στην οικονομία του τόπου.

Η ποινή, συνεπώς, που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη θα πρέπει να είναι αυστηρή, ώστε να αντικατοπτρίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την όλη υπόθεση».

Αυτή ήταν, μεταξύ άλλων, η κατάληξη του Κακουργιοδικείου, που επέβαλε στην κατηγορούμενη διάφορες συντρέχουσες ποινές, με την μεγαλύτερη, αυτή των επτά ετών.